ΤΑΞΙΔΙ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ


Ήμουν μικρή όταν έκανα το πρώτο μου ταξίδι με το τρένο, θα ήμουν κάπου γύρω στα έξι. Έχω πολλές εικόνες κρυμμένες στο μπαούλο του μυαλού μου.

Ακόμα θυμάμαι τον σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, γεμάτο κόσμο, Ιούνιος. Τότε ο μόνος τρόπος να ταξιδέψεις στο εξωτερικό. Θαρρώ ήταν 1989. Η μαμά με δύο μικρά παιδιά, μια παλιά καφέ βαλίτσα. Την θυμάμαι σαν να είναι τώρα. Αυτή η βαλίτσα συνόδεψε όλα τα ταξίδια των παιδικών μου χρόνων. Πάντα γεμάτη και με δυσκολία έκλεινε. Θυμάμαι την μητέρα μου να κάθεται πάνω στην βαλίτσα και ο μπαμπάς ιδρωμένος προσπαθούσε να την κλείσει.

Ταξιδεύαμε μόνοι με την μαμά, ο μπαμπάς έμενε πίσω γιατί δούλευε.

Όταν έκλειναν τα σχολεία, περίμενα με αγωνία το ταξίδι μας στην αγαπημένη μου γιαγιά. Ετοίμαζα μέρες τα πράγματα μου, ήμουν τόσο πολύ ενθουσιασμένη που μετρούσα τις μέρες.

Ακόμα θυμάμαι την μυρωδιά από τον σταθμό, τα παλιά τρένα είχαν την μυρωδιά του καπνού. ο λεγόμενος τότε καρβουνιάρης.

Κόσμος πολύς να τρέχει να προλάβει να βγάλει το εισιτήριο του.

Η μητέρα μου κουβαλούσε την περιβόητη βαλίτσα και κάποια σακβουαγιάζ , κι εγώ ήμουν πιασμένη χέρι με χέρι με τον αδερφό μου.

Το ταξίδι μας διαρκούσε 3 μέρες, ακόμα απορώ πως άντεχε η μητέρα μου να κάνει ένα τόσο μακρινό ταξίδι μόνη της με τόσες αποσκευές και δυο μικρά παιδιά.

Τότε τα τρένα είχαν κουπέ με κρεβάτια, καθόμουν πάντα κοντά στο παράθυρο και κοιτούσα την διαδρομή. Με την φαντασία μου ταξίδευα σε εικόνες άλλων χωρών. Αυτό που μου έχει μείνει πολύ έντονα στις αναμνήσεις μου, ήταν η ώρα του φαγητού. Ψωμί μαύρο, σνίτσελ χοιρινό ήταν το φαγητό που συνόδευε κάθε μας ταξίδι.

Ήμουν τόσο ευτυχισμένη, ένιωθα ελεύθερη, ένιωθα ότι γυρίζω στον τόπο που με έκανε πάντα να νιώθω ιδιαίτερα και μοναδικά.

Σταθμός Γιουγκοσλαβία, τότε. Αλλαγή τρένου, πότε δεν προλαβαίναμε την ανταπόκριση. Ένα ολόκληρο βράδυ κοιμόμασταν στο πεζούλι του σταθμού. Με θυμάμαι πάνω στην καφέ βαλίτσα και την μητέρα μου κάτω, τα μάτια μας να κλείνουν από την κούραση. Ταλαιπωρία μεγάλη, αλλά τότε δεν μας ένοιαζε, άλλες εποχές πιο όμορφες, πιο αθώες. Δεν ήταν τόσο έντονος ο φόβος. Η λαχτάρα της μητέρας μου να δει την οικογένεια της υπερνικούσε κάθε φόβο. Η αγάπη για την πατρίδα της ήταν τόσο μεγάλη που ειλικρινά δεν την ένοιαζε ακόμα και αν το ταξίδι διαρκούσε μία εβδομάδα.

Το σφύριγμα του τρένου, η παλιά καφέ βαλίτσα και οι αγκαλιές των αγαπημένων μου στο σταθμό, είναι αναμνήσεις που συνθέτουν μια άλλη εποχή. Μιας εποχής που θύμιζε παλιά ασπρόμαυρη ξένη ταινία. Σαν φωτογραφίες μένουν στην ψυχή σου να σου θυμίζουν τα όμορφα χρόνια της νιότης μου. Εικόνες που με έκαναν να είμαι ευγνώμων που τις έζησα και τις χάραξα μέσα μου βαθιά.

1 Προβολή0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων