ΤΟ ΑΠΕΡΑΝΤΟ


Από μικρή που ήμουνα φοβόμουν την θάλασσα

αυτό το απέραντο τον δίχως τελειωμό σκηνικό.

Τα ματάκια μου τα γυρνούσα από την άλλη

ο φόβος έμπαινε μέσα στην ψυχούλα μου και μου προκαλούσε τρόμο.

Ίσως αυτό το άγνωστο, το δίχως τέλος, με έφερνε μπροστά στην αληθινή ζωή.

Πάρα τον φόβο μου όμως με συνάρπαζε όλο αυτό το συναίσθημα που μου προκαλούσε η μυρωδιά της.

Το νερό μου έφερνε μια ανεξήγητη γαλήνη, το βάθος της όμως μου έκοβε την ανάσα.

Η πιο όμορφη ώρα της φύσης όταν ο ήλιος έπεφτε μέσα της και δροσιζόταν.

Η μοναδική ώρα που τα χρώματα του ουρανού και τις θάλασσας είναι διαφορετικά.

Τόσο μαγικό το τοπίο με το πορτοκαλί να ενώνεται με το γαλάζιο, ο πιο όμορφος πίνακας ζωγραφικής που έχεις την τύχη να θαυμάζεις καθημερινά.

Ήταν η μόνη στιγμή της μέρα που δεν την φοβόμουν

καθόμουν στην αμμουδιά και έκανα όνειρά τρελά.

Με ένα φανάρι συντροφιά άφηνα το αποτύπωμα μου στην άμμο, το στίγμα μου στην δικιά μου ζωή.

Η φλόγα ζέσταινε την κρύα μου καρδιά, η θάλασσα μου έδινε δύναμη να κοιτώ μόνο μπροστά και το ηλιοβασίλεμα μου θύμιζε πάντα ότι σε όλα αυτά η αγάπη όσο διαφορετική κι αν είναι θα είναι η νότα με την ξεχωριστή πινελιά.

0 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων