top of page

Μια παγωμένη νύχτα ήταν που έγινε το θαύμα!


Το χιόνι έπεφτε πυκνό, είχε σκεπάσει τα πάντα στο πέρασμα του. Κρύο τσουχτερό και από ένα παράθυρο φαινόταν το στολισμένο δέντρο με τα φωτάκια του. Ένα αγοράκι κοιτούσε από το παράθυρο το χιόνι.

Η μητέρα του η Ελπίδα, με φουσκωμένη κοιλίτσα ήρθε και το πήρε στην αγκαλιά της και του έδωσε ένα μεγάλο φιλί. Ο μικρός χάιδεψε με τα μικρά του χεράκια την κοιλίτσα της μητέρας του.

Τον πήρε από το χεράκι και τον πήγε στο κρεβάτι του να κοιμηθεί. Νωρίς το ξημέρωμα η Ελπίδα ένιωσε πόνο και νερά να τρέχουν, η μικρή ερχόταν, πόσο φοβόταν μην πάει κάτι στραβά, ήδη έχασε δύο παιδιά, ένα πριν γεννηθεί και ένα κοριτσάκι μόλις οχτώ μηνών, η καρδούλα του δεν άντεξε.

Η Ελπίδα ξύπνησε τον άντρα της που τόση ώρα ροχάλιζε και δεν είχε καταλάβει τίποτα. Θα ήταν πέντε το πρωί, ο ήλιος ακόμα δεν είχε απλωθεί στον ουρανό, σκοτάδι παντού και η αγωνία της Ελπίδας στο κόκκινο.

Του έριξε ένα ποτήρι νερό στο πρόσωπο για να τον ξυπνήσει. Την κοιτούσε με τα γουρλωμένα του μάτια. Είδε την Ελπίδα από πάνω του να κρατάει την μικρή της βαλίτσα. Αμέσως κατάλαβε ότι η μικρή του νεράιδα έρχεται. Ντύθηκε γρήγορα, πήρε από το χέρι την Ελπίδα και κατέβηκαν να μπουν στο αυτοκίνητο.

Και οι δύο ξέχασαν τον μικρό που κοιμόταν δίπλα. Έφτασαν στο νοσοκομείο, είχαν μεγάλη αγωνία.


Ο μικρός ξύπνησε και πήγε στην κρεβατοκάμαρα, δεν βρήκε κανέναν. Ένιωσε μόνος του, έτρεξε και πήγε κάτω από το στολισμένο δέντρο, κουλουριάστηκε κοντά στην φάτνη. Στην αρχή κοιτούσε ένα στολίδι, ήταν ένα μικρό αγγελούδι με άσπρο μανδύα και ένα στεφάνι από χρυσό στο κεφαλάκι του. Αυτή η εικόνα τον έκανε να ηρεμήσει, δεν φοβόταν πια, ήξερε ότι σε λίγο θα έρθει κάτι καλό στο σπίτι τους.

Η μικρή δεν ταλαιπώρησε καθόλου την Ελπίδα, στις έξι το πρωί έφτασαν στο νοσοκομείο, στις εφτά η μικρή έβγαζε το κεφαλάκι της έξω, σε έναν κόσμο που ούτε η ίδια δεν φανταζόταν. Μαζί με την μικρή, βγήκε μια λάμψη, όλα με μιας φωτίστηκαν μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο του χειρουργείου. Η Ελπίδα ένιωσε ένα ζεστό θεϊκό άγγιγμα, κοίταξε την μικρή και τότε κατάλαβε ότι αυτό είναι το θαύμα της. Όσο κρύο κι αν έκανε εκείνη πλέον δεν κρύωνε, ήταν το θαύμα σε μια παγωμένη μέρα.

Μετά από τρεις μέρες έφτιαξε ένα καλάθι. Μέσα έβαλε μια ζεστή βελουτέ άσπρη κουβέρτα και στο χερούλι έδεσε μια ροζ γυαλιστερή κορδέλα. Έβαλε την μικρή μέσα, ήταν σαν άγγελος. Ενώ ένιωθε χαρά είχε και τύψεις που άφησε τον μικρό εκείνο το ξημέρωμα μόνο του. Ο πατέρας του το κατάλαβε και έφυγε τρέχοντας να πάει κοντά του.

Η Ελπίδα γέννησε μόνη της και τις τρεις μέρες τις πέρασε παρέα με την μικρή. Την νύχτα δεν υπήρχε πλέον σκοτάδι, η μικρή έφερε το φως.

Πήρε το καλαθάκι στα χέρια της, ήρθε η ώρα η μικρή να πάει στο σπίτι που ανήκει, στην οικογένεια που θα την αγκαλιάσει και θα της δώσει αγάπη.



Μπαίνοντας στο σπίτι, ο μικρός είχε αγωνία, ήθελε να δει την αδερφή του. Η Ελπίδα πήρε το καλαθάκι και το έβαλε κάτω από το στολισμένο δέντρο, ακριβώς κάτω από το στολίδι με την μορφή αγγέλου, δίπλα στην φάτνη.



Τότε συνέβη κάτι μαγικό, μέσα από το καλάθι ένα έντονο φως ξεπρόβαλε, η μικρή ήταν ήρεμη με τα μάτια ανοιχτά, η φάτνη φωτίστηκε και ένα αστέρι από το πουθενά άναψε πάνω από το σπίτι. Το θαύμα έγινε, η μικρή ήταν το κοριτσάκι που θα έφερνε αγάπη, γαλήνη, χαμόγελο και αισιοδοξία σε όσους θα ήταν δίπλα της.

Μια τέτοια μαγική μέρα έγραψε την δική της ιστορία, η παραμονή των Χριστουγέννων είναι η μέρα που τα θαύματα γίνονται , δεν χρειάζεται αποδείξεις για να πιστέψεις, αρκεί να αγαπάς και να περιμένεις.



53 Προβολές0 Σχόλια

Πρόσφατες αναρτήσεις

Εμφάνιση όλων

ΤΟ ΖΙΒΑΓΚΟ

bottom of page